acinetic


acinetic
(ط‌ب‌) مانع‌ حركت‌ (شونده‌)

English to Farsi dictionary. 2013.

Look at other dictionaries:

  • acinetic — acinetic, a. Med. (æsɪˈnɛtɪk) [f. Gr. ἀκίνητ ος motionless + ic.] Preventing motion. Syd. Soc. Lex …   Useful english dictionary

  • acinetic — ac·i·net·ic (as″ĭ netґik) akinetic (def. 1) …   Medical dictionary

  • ακινητικός — ή, ό ο σχετικός με τη μείωση ή την αναστολή τής κινητικότητας. [ΕΤΥΜΟΛ. Ελληνογενές < α + κινητικός, πρβλ. αγγλ. acinetic] …   Dictionary of Greek